επιτιμητής

ὁ (και θηλ. επιτιμήτρια) (Α ἐπιτιμητής) [επιτιμώ]
ο κατήγορος, αυτός που ψέγει, που κατακρίνει («ὡς ούπιτιμητής γε τῶν ἔργων βαρύς», Αισχύλ.)
αρχ.
1. εκτιμητής («νῡν δέ αὑτοὶ ἦσαν καὶ βασανισταὶ καὶ ἐπιτιμηταί τῶν σφίσιν αὐτοῑς συμφερόντων» Αντιφ.)
2. τιμωρός («διακωλυτὰς καὶ ἐπιτιμητὰς ἡγούμενος τῆς ἡδίστης πρὸς αὐτὸν ὁμιλίας», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτιμητής — ἐπιτῑμητής , ἐπιτιμητής estimator masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτιμητής — ο θηλ. ήτρια αυτός που επιτιμά, ο επικριτής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτιμητάς — ἐπιτῑμητά̱ς , ἐπιτιμητής estimator masc acc pl ἐπιτῑμητά̱ς , ἐπιτιμητής estimator masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγκτικός — ή, ό (ΑΜ ἐλεγκτικός, ή, όν) 1. ο ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος να ελέγχει 2. το θηλ. ως ουσ. η ελεγκτική το σύνολο τών μεθόδων και τών αρχών τις οποίες εφαρμόζει ο ελεγκτής για τη διενέργεια τού ελέγχου νεοελλ. φρ. «Ελεγκτικό Συνέδριο» το Ανώτατο …   Dictionary of Greek

  • επιτιμητικός — ή, ό (Α ἐπιτιμητικός, ή όν) [επιτιμητής] ο κατάλληλος για επιτίμηση, αυτός που γίνεται για επίπληξη («[τέλος] νουθέτησις λόγος ἐπιτιμητικὸς ἀπὸ γνώμης», Πλάτ.) αρχ. αυτός που τού αρέσει να κατηγορεί, ο φιλοκατήγορος. επίρρ... επιτιμητικώς και ά… …   Dictionary of Greek

  • επιτιμητός — ἐπιτιμητός, ή, όν (Α) πάπ. ο άξιος επίτιμηματος*, ποινής, τιμωρίας ή, κατ’ άλλη ερμηνεία, ο φιλοκατήγορος, ο επιτιμητής …   Dictionary of Greek

  • τιμητής — Στην αρχαία Ρώμη ονομάζονταν τ. δύο άρχοντες που έκαναν περιοδικά την απογραφή του ρωμαϊκού λαού για φορολογικούς και πολιτικούς σκοπούς. Ο θεσμός του τ. ανάγεται στο έτος 443 π.Χ. Η τιμητεία αποτελούσε το υψηλότερο αξίωμα της ρωμαϊκής πολιτικής… …   Dictionary of Greek

  • φιλεπιτιμητής — ὁ, Α φιλεπίτιμος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + ἐπιτιμητής < ἐπιτιμῶ «κατηγορώ, επιπλήττω»] …   Dictionary of Greek

  • κἀπιτιμηταί — ἐπιτῑμηταί , ἐπιτιμητής estimator masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπιτιμητήν — ἐπιτῑμητήν , ἐπιτιμητής estimator masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.